Το Ναυτικό Επιμελητήριο
   
  Ιστορική Αναδρομή
Ίδρυση

Α' Περίοδος

Β' Περίοδος

Γ' Περίοδος

Δ' Περίοδος


Β' Περίοδος

Το Ναυτικό Επιμελητήριο δεν ανέστειλε την λειτουργία του στη διάρκεια της κατοχής, ούτε και στην μετέπειτα εξίσου ζοφερή περίοδο του εμφυλίου πολέμου. Τα όργανά του, εκτός από την Γενική Συνέλευση, συνέχισαν να συνεδριάζουν τακτικά, παρά το γεγονός ότι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του τακτικού προσωπικού επιστρατεύθηκαν. Μοιραίως όμως, «η εν γένει δράσις του Επιμελητηρίου περιεστράφη εις ζητήματα τρεχούσης υπηρεσίας μή εμφανίζοντα γενικότερων ενδιαφέρον».

Η πρώτη μεταπολεμική Γενική Συνέλευση πραγματοποιείται την 28η Ιανουαρίου
1949 με θέματα την λογοδοσία του Διοικητικού Συμβουλίου και εκλογή Διοικητικού Συμβουλίου για τα έτη 1949 και 1950. Σύμφωνα με το Νομοθετικό Διάταγμα 644/1948 που στο μεταξύ τροποποίησε τον νόμο του ΝΕΕ, το ΔΣ τώρα αποτελείται από δώδεκα μέλη που εκπροσωπούν την Ελληνική ναυτιλία ως εξής: πέντε την ποντοπόρο φορτηγό, δύο την Μεσογειακή φορτηγό, τρία την επιβατηγό και δύο την ιστιοφόρο.

Η Γενική Συνέλευση ψήφισε τον Εμμανουήλ Μιχαλινό ως Πρόεδρο και τους Ανδρέα Συνοδινό και Αναστάσιο Ποταμιάνο ως Αντιπροέδρους.

Την περίοδο εκείνη η Ελλάδα ήταν η ένατη μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο με ολική χωρητικότητα εγγεγραμμένη στο εθνικό νηολόγιο περίπου 1.300.000 κόρους, η οποία χωρητικότητα υπολείπετο κατά μισό εκατομμύριο κόρους της προπολεμικής. Υπήρχε όμως ταυτόχρονα Ελληνόκτητη χωρητικότητα 3,5 εκατομμυρίων κόρων υπό ξένες σημαίες, ενώ άλλοι 200.000 κόροι ήταν υπό ναυπήγηση.
Προηγουμένως, το 1946 οι Έλληνες πλοιοκτήτες απέκτησαν με ευνοϊκούς όρους 100 πλοία τύπου Liberty από το πλεόνασμα του στόλου ανεφοδιασμού των ΗΠΑ. Τα πλοία εκείνα χαρακτηρίσθηκαν «ευλογημένα» για την ανεκτίμητη συμβολή τους στην αναγέννηση της κατεστραμμένης από τον πόλεμο Ελληνικής ναυτιλίας.

Από τον Μάιο του 1949 η ναυτιλία εισήλθε σε περίοδο σοβαράς κρίσης με έντονα φαινόμενα προστατευτισμού σημαίας. Ως συνέπεια, το ένα τρίτο του Ελληνικού στόλου παροπλίσθηκε.

Η έκθεση πεπραγμένων του ΝΕΕ του ιδίου έτους αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«- Ησχολήθη με την κατάρτισιν ενιαίου τύπου ναυλοσυμφώνου και φορτωτικής μεσογειακών ατμοπλοίων και πετρελαιοκινήτων ιστιοφόρων.
- Απηύθυνε επανειλημμένα έγγραφα προς την Συνταγματικήν Επιτροπήν όπως προνοήση εις το Νέον Σύνταγμα δια την δι' ειδικού Νόμου ίδρυσιν Ναυτιλιοδικείων εις τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται η υπό ειδικών δικαστών ορθή και ταχεία λύσις των ναυτιλιακών διαφορών.
- Παρενέβη εις το ζήτημα της μειώσεως των εξόδων μεταφορτώσεως εν τω λιμένι Πειραιώς και συνέβαλε εις την σημαντικήν μείωσιν αυτών.»

H κρίση διήρκεσε δύο χρόνια και τερματίστηκε όταν με τον πόλεμο της Κορέας αναζωπυρώθηκαν οι διεθνείς μεταφορές. Το 1951 ήταν έτος επανακάμψεως της Ελληνικής ναυτιλίας και σημαντικής αύξησης του στόλου. Η Ελληνική σημαία όμως εξακολουθεί να είναι μη ανταγωνιστική με αποτέλεσμα την δυσανάλογη αύξηση των Ελληνόκτητων πλοίων υπό ξένες σημαίες.

Το θέμα της ανταγωνιστικότητας του εθνικού νηολογίου απασχολεί το Επιμελητήριο καθώς και την κυβέρνηση η οποία συγκροτεί διακομματική επιτροπή για την λήψη μέτρων. Τα μέτρα που λαμβάνονται αφορούν την φορολογία των πλοίων «επί βάσεων ορθών και δικαίων», την σύνθεση των πληρωμάτων και την ίδρυση Δημοσίων Ναυτικών Σχολών Πλοιάρχων και Μηχανικών. Η ΕΕΕ και η ΠΝΟ υπογράφουν την πρώτη Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

Εντωμεταξύ, η Ελληνόκτητη χωρητικότητα φθάνει τα 6,5 εκατομμύρια τόνους, ήτοι το 7,5 % της παγκοσμίου χωρητικότητας, γεγονός που καθιστά την Ελλάδα τρίτη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο.

Νέος Πρόεδρος στη Γενική Συνέλευση της 28ης Ιανουαρίου 1953 εκλέγεται ο Αντώνιος Δημάδης ο οποίος θα παραμείνει στη θέση αυτή επί μια δεκαετία, ενώ ο Ανδρέας Συνοδινός και ο Αναστάσιος Ποταμιάνος επανεκλέγονται ως Αντιπρόεδροι. Μέσα στο ίδιο έτος θεσπίζεται το Νομοθετικό Διάταγμα 2687/1953 «περί επενδύσεων και κεφαλαίων εκ του εξωτερικού» που βοήθησε αποφασιστικά στον επαναπατρισμό των Ελληνόκτητων πλοίων.

Σημαντικό γεγονός της δεκαετίας του '50 με σοβαρές επιπτώσεις στη ναυτιλία ήταν η κρίση του Σουέζ το 1956. Σε γενικές γραμμές όμως η εν λόγω δεκαετία χαρακτηρίστηκε από παρατεταμένες περιόδους καλής ναυλαγοράς με συνέπεια τις αθρόες παραγγελίες νέων πλοίων από τους Έλληνες πλοιοκτήτες.
Έτσι, στο τέλος του 1959 ο Ελληνόκτητος εμπορικός στόλος έφθασε τα 1.520 πλοία ολικής χωρητικότητος 12,2 εκατομ. κόρων και το μερίδιό του στον παγκόσμιο στόλο ξεπέρασε το 10 %. Την ίδια περίπου περίοδο, το φορτηγό πλοίο «Βασίλισσα του Ατλαντικού» γίνεται το 1.000ό (χιλιοστό) πλοίο υπό την κυανόλευκη.

Την 2α Ιουλίου 1963 συγκαλείται στο ΝΕΕ έκτακτη Γενική Συνέλευση μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Προέδρου του Αντωνίου Δημάδη.

Ο Άλκιμος Γράτσος εκλέγεται παμψηφεί από την συνέλευση ως νέος Πρόεδρος του Επιμελητηρίου. Πρώτο μέλημα του Αλκίμου Γράτσου ήταν η ενδυνάμωση των υπηρεσιών του ΝΕΕ με νέο προσωπικό γιατί στο μεταξύ αυξήθηκε σημαντικά ο όγκος των εργασιών του. Έτσι, με τον Νόμο 4512 του 1966 τροποποιείται και εκσυγχρονίζεται η νομοθεσία του ΝΕΕ

Προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1965 το Επιμελητήριο μετακομίζει σε ιδιόκτητα γραφεία επί της οδού Κολοκοτρώνη 100.
Ήταν περίοδος έντονης δράσης του ΝΕΕ που εκδηλώθηκε με την εκπόνηση μελετών, την έκδοση ναυτιλιακών βιβλίων (Ελληνικοί Λιμένες, Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, Ναυτεργασιακαί Διατάξεις του ΚΙΝΔ, Δελτίο της Ναυτιλίας),
την συμμετοχή για πρώτη φορά με εκπροσώπους του στον ΙΜΟ (τότε IMCO).

Παράλληλα με την γνωμοδοτική του αρμοδιότητα, το Επιμελητήριο προωθεί τον θεσμό της διαιτησίας: Ο Πρόεδρος ανακοινώνει στη Γενική Συνέλευση της 29ης Ιανουαρίου 1965 ότι υπάρχει «αύξουσα τάσις όπως συμπεριληφθή εις τα ναυλοσύμφωνα ρήτρα προβλέπουσα την δια της διαιτησίας του Ναυτικού Επιμελητηρίου επίλυσιν των ναυτιλιακών διαφορών».

Στη δεκαετία του '60 συνεχίσθηκε η αύξηση του Ελληνόκτητου στόλου και η ανανέωσή του με σύγχρονα πλοία μεγάλης χωρητικότητος, κυρίως δεξαμενοπλοίων και μεικτού φορτίου (ΟΒΟ), ως συνέπεια της κρίσεως στη Μέση Ανατολή και του κλεισίματος της Διώρυγας του Σουέζ. Ο επαναπατρισμός των πλοίων και των γραφείων των Ελλήνων πλοιοκτητών έλαβε μαζική μορφή ως αποτέλεσμα μιας σειράς νόμων (89/1967, 378/1968, 465/1968) που δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την διαχείριση του στόλου από τον Πειραιά.

Η έκθεση πεπραγμένων του ΝΕΕ για το 1969 χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η λήξις του έτους 1969, του αποκληθέντος δικαίως ως έτους της Ελληνικής Ναυτιλίας, ευρίσκει την Ελληνικήν Εμπορικήν Ναυτιλίαν κυριαρχούσαν εις τας θαλάσσας και ισχυροτέραν όσον ποτέ άλλοτε. Τούτο ασφαλώς οφείλεται ένθεν μεν εις την υπό της Κυβερνήσεως εφαρμοσθείσαν ρεαλιστικήν και τολμηράν ναυτιλιακήν πολιτικήν, εκείθεν δε εις το δημιουργικόν δαιμόνιον των εφοπλιστών μας.»

Η δύναμη του Ελληνόκτητου στόλου διπλασιάστηκε εντός της δεκαετίας φθάνοντας τα 3.057 πλοία ολικής χωρητικότητας 27 εκατομ. κόρων και κατακτώντας την πρώτη θέση παγκοσμίως. Επί πλέον, οι παραγγελίες των Ελλήνων για νέα πλοία ανέρχονται στις 300, συνολικής χωρητικότητας 13 εκατομ. dwt.


    :: Αποποίηση ευθυνών ::
   
   
   
  Αναζήτηση πληροφοριών
στην ιστοσελίδα
 
International Shipping - Life Blood of World Trade