Νέα
   
  Ναυτιλιακά
«Απάντηση» για την αξία ύπαρξης ισχυρής ναυτιλιακής συστάδας
25/10/2010

Ειδική μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος για τον κλάδο
(Αναδημοσίευση από την ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 23-10-2010

Μια «απάντηση» για την αξία ύπαρξης ισχυρής ναυτιλιακής συστάδας (ναυτιλιακό cluster) στη χώρα μας δίνει μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος, που διερευνά τους παράγοντες από τους οποίους επηρεάζεται η πορεία του ναυτιλιακού συναλλάγματος.

Από τη μελέτη των κ.κ. Ζαχαρία Μπραγουδάκη και Στέλιου Παναγιώτου της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών της Τράπεζας της Ελλάδος, με θέμα «Προσδιοριστικοί παράγοντες των εισπράξεων από τις θαλάσσιες μεταφορές - Η περίπτωση της Ελλάδος», που δημοσιεύεται στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο, προκύπτει ότι τόσο οι ναύλοι όσο και το ύψος των πιστώσεων από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα προς τον κλάδο των θαλάσσιων μεταφορών αποτελούν, στατιστικά, σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες των ναυτιλιακών εισπράξεων που καταγράφονται στο ισοζύγιο πληρωμών. Ωστόσο, οι τραπεζικές πιστώσεις φαίνεται να έχουν αυξημένο ρόλο σε σχέση με τους ναύλους στην αύξηση του συναλλάγματος.

Εναυσμα για τη διενέργειά της αποτέλεσε ο πρωτεύων ρόλος που διαδραματίζουν οι ναυτιλιακές εισπράξεις στην κάλυψη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος, όπως αναφέρουν οι μελετητές.

Σημειώνεται ότι το ναυτιλιακό συνάλλαγμα, που εισέρχεται στη χώρα μας, ανέρχεται σε αρκετά δισεκατομμύρια δολάρια. Μόνο το οκτάμηνο Ιανουαρίου - Αυγούστου φέτος, το ναυτιλιακό συνάλλαγμα ανήλθε στα 10,44 δισ. ευρώ, έναντι 9,065 δισ. ευρώ πέρυσι.

Συνεπώς, έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, ποιοι είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία του συναλλάγματος και ειδικότερα πόσο την επηρεάζουν η πορεία των ναύλων και τα υπόλοιπα δανείων από τον ελληνικό τραπεζικό τομέα.

Αφετηρία της διερεύνησης είναι η υπόθεση ότι οι εισπράξεις από την παροχή υπηρεσιών θαλάσσιων μεταφορών για το διαμετακομιστικό εμπόριο εξαρτώνται από τους διεθνείς ναύλους, το μέγεθος της εν Ελλάδι ναυτιλιακής συστάδας (maritime cluster), που περιλαμβάνει τις εφοπλιστικές εταιρείες, τις εταιρείες παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και τις εταιρείες παροχής βοηθητικών υπηρεσιών στη ναυτιλία, και τη μεταφορική δυναμικότητα (χωρητικότητα) του ελληνόκτητου στόλου.

Στη μελέτη, ως δείκτης των διεθνών ναύλων χρησιμοποιείται ο δείκτης ClarkSea (που εκφράζεται σε δολάρια ΗΠΑ ανά ημέρα). Πρόκειται για ένα σταθμισμένο μέσο δείκτη των ναύλων όλων των κύριων εμπορικών πλοίων. Οι κατηγορίες πλοίων τις οποίες καλύπτει ο δείκτης ClarkSea είναι τα πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια (VLCC, Suezmax, Aframax), τα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου (Capesize, Panamax, Handymax και Handysize), τα πλοία μεταφοράς υγροποιημένων αερίων (VLGC) και τα πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Παράλληλα, καθώς το μέγεθος της ναυτιλιακής συστάδας με έδρα στην Ελλάδα αυξάνεται, οι πλοιοκτήτες τείνουν να προτιμούν για τις τραπεζικές τους συναλλαγές πιστωτικά ιδρύματα ή καταστήματα αυτών που εδρεύουν την Ελλάδα και ειδικεύονται στην εξυπηρέτηση της ναυτιλίας.

Επιπλέον, όταν λαμβάνουν δάνειο από μια τράπεζα για την απόκτηση ενός πλοίου, οι τράπεζες τούς υποχρεώνουν να ανοίξουν ένα λογαριασμό για το χρηματοδοτούμενο πλοίο στην ίδια τράπεζα και να εκτελούν, μέσω αυτού του λογαριασμού, όλες τις εμπορικές συναλλαγές που αφορούν το εν λόγω πλοίο (συμπεριλαμβανομένων και των εισπράξεων ναύλων).

Ετσι, το ύψος των ανεξόφλητων δανείων (σε δολάρια ΗΠΑ) αποτελεί ένδειξη της επέκτασης του εμπορικού στόλου γενικά, αλλά και του ελληνόκτητου στόλου ειδικότερα.

Τα ευρήματα

Τα εμπειρικά ευρήματα της μελέτης αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας σταθερής μακροχρόνιας σχέσης ανάμεσα στις εισροές ναυτιλιακών εισπράξεων, στο δείκτη ναύλων και στο υπόλοιπο των δανείων του ελληνικού τραπεζικού τομέα προς τον κλάδο της ναυτιλίας.

Συγκεκριμένα, από την ανάλυση των εμπειρικών αποτελεσμάτων της μελέτης προκύπτει μια μερική επίδραση του δείκτη ClarkSea στις ναυτιλιακές εισπράξεις κατά 0,44, γεγονός που σημαίνει ότι, αν ο δείκτης αυξηθεί κατά 10%, οι ναυτιλιακές εισπράξεις θα τείνουν να αυξηθούν μόλις κατά 4,4%.

Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με βάση το διεθνή χαρακτήρα των ελληνικών ναυτιλιακών εκμεταλλεύσεων. Τα έσοδα από ναύλους μπορούν να κατατίθενται σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε μεγάλα ναυτιλιακά κέντρα, όπως το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη και ο Πειραιάς. Ως εκ τούτου, μόνο ένα μέρος των αυξημένων εσόδων εισέρχεται στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, άρα και στα στοιχεία που καταρτίζει η Τράπεζα της Ελλάδος.

Τέλος, όταν οι τράπεζες χορηγούν δάνεια σε ναυτιλιακές εταιρείες, απαιτούν παράλληλα το άνοιγμα ενός λογαριασμού («retention account»), μέσω του οποίου θα πραγματοποιείται η εξόφληση του δανείου. Ετσι, στο βαθμό που οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες χρηματοδοτούνται από μη ελληνικές τράπεζες, τα έσοδα από ναύλους διοχετεύονται στο διεθνές (εκτός Ελλάδος) τραπεζικό σύστημα.

Επιπλέον, η σύνθεση του ελληνόκτητου στόλου (με σημαντική συγκέντρωση στα πλοία μεταφοράς χύδην ξηρού φορτίου και δεξαμενοπλοίων) δεν είναι απαραιτήτως ίδια με εκείνη του παγκόσμιου στόλου. Ενδέχεται επομένως να υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στη στάθμιση του δείκτη ClarkSea και τη σύνθεση του υπό ελληνικό έλεγχο στόλου.

Μεγαλύτερη επίδραση

Στην περίπτωση του υπολοίπου των δανείων προς τη ναυτιλία, η μακροχρόνια ελαστικότητα εκτιμάται σε 0,64, κάτι που υποδηλώνει ότι μια αύξηση των ανεξόφλητων δανείων κατά 10% οδηγεί σε αύξηση των ναυτιλιακών εισροών κατά 6,4%.

Οπως προαναφέρθηκε, η σπουδαιότητα του υπολοίπου των δανείων είναι διττή: αφενός αντανακλά την αύξηση του ελληνόκτητου στόλου και αφετέρου την ενίσχυση της ναυτιλιακής συστάδας, αφού οι πλοιοκτήτες, που λαμβάνουν ένα δάνειο από κάποια τράπεζα, υποχρεούνται παράλληλα να ανοίξουν στην ίδια τράπεζα ένα λογαριασμό για το χρηματοδοτούμενο πλοίο και να εκτελούν όλες τις εμπορικές συναλλαγές (συμπεριλαμβανομένων και των εισπράξεων ναύλων) του εν λόγω πλοίου, μέσω αυτού του λογαριασμού.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΣ
 
    :: Αποποίηση ευθυνών ::
   
   
   
  Αναζήτηση πληροφοριών
στην ιστοσελίδα
 
International Shipping - Life Blood of World Trade